P4182850

Ξέρω ότι πολλοί θα αναρωτιέστε πώς μπορεί να συνδεθεί ο Αττίκ, αυτός ο φωτισμένος συνθέτης, με μια επιθεώρηση. Είναι πραγματικά δύσκολο φαινομενικά να βρεθεί αυτή η τομή μεταξύ των δύο. Ασύνδετη και πολυτάραχη, που μπορεί να οδηγήσει στην τρέλα κάθε άνθρωπο που θα προσπαθήσει να πραγματοποιήσει αυτή την σύζευξη της μελωδίας των αρχών του 20ου αιώνα με την ελαφριά θεατρική απόπειρα. Μα ας το πάρουμε από την αρχή.

Στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης κατέφθασε το υπερθέαμα «Αναζητώντας τον Αττίκ». Μουσικοί, ηθοποιοί και χορευτές άρχισαν να μας εξιστορούν την ιστορία από την παιδική ηλικία του Κλέωνος Τριανταφύλλου μέχρι την στιγμή που το 1944 άφησε την τελευταία του πνοή κάτω από τον Αττικό ήλιο. Ένα ταξίδι με οδηγό την μουσική, την Αθήνα και το Παρίσι της Μπελ Επόκ, τον έρωτα και τα κουτσομπολιά γύρω από αυτόν, τα πάθη, τα λάθη και τις στιγμές που ο μεγάλος καλλιτέχνης υπέπεσε σε σφάλματα λόγω της ροπής του στην απόλαυση του ωραίου.

Μια παράσταση που διήρκεσε περίπου τρεις ώρες και κάτι. Δύσκολος χρόνος και απαιτητικός. Πρέπει να γεμίσει με την λιγότερη δυνατή κοιλιά, αφού είναι αναπόφευκτη η ύπαρξή της σε σημεία. Ακόμη πιο δύσκολη για τους ηθοποιούς. Αυτοί οφείλουν να είναι ζωντανοί. Να αποβάλουν το αίσθημα ζέστης, την κούραση, ένα πνίξιμο και μια λάθος ανάσα στο τραγούδι, να είναι ζωντανοί, αλέγροι, και να επιβληθούν στο κοινό, που διψάει για θέαμα και, συνάμα, είναι έτοιμο να ρουφήξει αίμα σε μια λάθος κίνηση.

Κι οι ηθοποιοί τα καταφέρανε και θα ήθελα αυτό το κατόρθωμα να το συζητήσουμε λίγο περισσότερο. Ας ξεκινήσουμε μια ατομική περιπλάνηση. Αρχής γενομένης με την Κατερίνα Παπουτσάκη, που επωμίστηκε και τον ρόλο της δεύτερης συζύγου του Αττίκ, μεταξύ των άλλων. Μια ηθοποιός που έχει χαράξει τον δικό της ερμηνευτικό δρόμο, άλλοτε καλό κι άλλοτε όχι. Ανέβηκε στην σκηνή, χόρεψε και κυρίως τραγούδησε. Και τραγούδησε καλά. Εξεπλάγην, σχεδόν, από το πόσο καλά.

P4183158

Όλοι γνωρίζουμε το ταλέντο της Νάντιας Κοντογιώργη στο τραγούδι. Απίστευτη φωνή, με μέταλλο τέτοιο που καταφέρνει να υπερκαλύψει κάθε μουσική και να γίνει η ανάσα της ρυθμός και κελάηδισμα. Αυτό, όμως, που μου κίνησε την περιέργεια ήταν η μεταστροφή. Από τον χορό στο «Επτά επί Θήβας», πολυπρόσωπη αρτίστα στο «Αναζητώντας τον Αττίκ». Ισορροπούσε σε σκοινί τεντωμένο με την πρόζα στην μία και το τραγούδι στην άλλη. Με βήμα σταθερό κέρδισε την σκηνή, την έκανε δική της και γέμισε την αίθουσα με ήχους και χρώματα.

Ο Μίνως Θεοχάρης, είναι ένα κεφάλαιο μόνος του. Μου αρέσει που πάντα έχει ταυτότητα. Που αυτοσχεδιάζει και γίνεται με τρόπο πηγαίο, θαρρείς κι είναι γραμμένη έτσι η παράσταση. Που μιλά και παίζει, χορεύει, ερμηνεύει, τραγουδά, αλλάζει ρούχα και σε μεταφέρει σε ένα κλίμα πρωτόγνωρο για τα ελληνικά θεατρικά δεδομένα. Και κατάφερε πολλές φορές να σώσει την παράσταση αυτή, στο παρά πέντε, από μια τελματώδη εξέλιξη που θα λειτουργούσε ως ταφόπλακα στην αντοχή των θεατών- θέλει αντοχή μια τέτοια παράσταση να την παρακολουθήσεις.

Τέλος, λίγοι τον παρατηρήσανε, αλλά η αναφορά μου σε αυτόν είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω γι αυτόν τον νέο. Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος ήταν ο άνθρωπος που είπε ένα ή δύο τραγούδια. Μα στήριξε με την παρουσία του τα χορευτικά, κι όταν τραγούδησε δεν μπορούσα να πιστέψω στα αυτιά μου, ότι αυτός ο άνθρωπος που ακούραστα επιδιδόταν σε αυτόν τον μαραθώνιο κίνησης, είχε ακόμη φωνή, και δη μαγευτική, ώστε τραγούδησε με τόσο πάθος.

Όταν μιλάμε για το «Αναζητώντας τον Αττίκ, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τον πλούτο της παραγωγής. Πλήθος σκηνικών που άλλαζαν μηχανικά σε ελάχιστα δευτερόλεπτα ολόκληρη την σκηνή και δημιουργούσαν την αίσθηση της μετάβασης με ευκολία τέτοια που έδιναν ρυθμό στην ήδη καλοκουρδισμένη παράσταση. Και μαζί με την σκηνογραφία, τα ρούχα των ηθοποιών. Τόσα κοστούμια. Τουαλέτες και άλλα απλούστερα. Μα όλα με φινέτσα άφηναν την αρχοντική αίσθηση που είχε ο κόσμος της Μάντρας.

Πολύ λογικά θα αναρωτιέστε αν δεν υπήρχε τίποτα το αρνητικό στην όλη βραδιά. Κι είναι η πρώτη φορά, που θα σας κάνω το χατίρι και θα αναφέρω δύο παραφωνίες. Ένα τεχνικό πρόβλημα, κάποιες φορές, άφηνε τους θεατές χωρίς ήχο, ειδικότερα όταν τραγούδησε ο Γκοτσόπουλος και όταν μιλούσε ο Ασπιώτης. Μα ήταν αμελητέο και δικαιολογείται λόγω της πρεμιέρας και της ανεπάρκειας της τεχνολογίας μερικές φορές.

Για το δεύτερο πρόβλημα δεν ευθύνεται ο θίασος μα η διεύθυνση του Μεγάρου. Σε μια αίθουσα με βελούδινα καθίσματα, με περισσότερους από τριακόσιους θεατές και μια παράσταση με πλήθος μηχανικής υποστήριξης και φωτισμούς ακόμη πιο πληθωρικούς είναι απαράδεκτο να μην λειτουργεί ο κλιματισμός. Ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να αφοσιωθούμε στην παρακολούθηση της παράστασης, την στιγμή που ρυάκια ιδρώτα αυλάκωναν το πρόσωπό μας και οι έχοντες κάποια βεντάλια, ή οτιδήποτε ήταν ικανό να παράξει μια ριπή δροσιάς, είχαμε επιδοθεί σε μια ατέρμονη ταλάντωση του καρπού μας.

Κλείνοντας, είχα καιρό να παρακολουθήσω ένα τέτοιο θέαμα. Τόσο απρόβλεπτο, τόσο επιβλητικό. Τόσο γεμάτο. Ταξίδεψα με την παράσταση αυτή. Εκτίμησα περισσότερο καλλιτέχνες που ήδη εκτιμούσα. Μα πάνω απ’όλα κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι η ελληνική θεατρική σκηνή βρίθει ταλέντων και ανθρώπων που με περισσή αγάπη, σώματι και ψυχή καταφέρνουν να σταθούν απέναντί μας και να παράξουν ήθος.