947

Πολλά τα χρόνια. Πολλά τα καλοκαίρια. Ακόμη πιο πολλές οι θεατρικές μεταφορές του κλασσικού δράματος «Αντιγόνη». Ένα σύγχρονο στοίχημα κάθε ηθοποιού και κάθε σκηνοθέτη. Ένας αγώνας δρόμου για την ανάδειξη πτυχών και οπτικών που έχουν μείνει εκτεθειμένες στο πέρασμα του χρόνου. Από αυτές τις οπτικές που όλοι ψάχνουν, που όλοι προσπαθούν να βρούνε και όλοι καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να αποτελέσουν τα στοιχεία αυτά την ειδοποιό διαφορά της παράστασής των στο πέρασμα του χρόνου.

Οι δύο γιοι του Οιδίποδα μοιράζονται την διοίκηση της Θήβας μετά τον θάνατο του πατέρα τους με ανάληψη καθηκόντων ανά ένα χρόνο με κοινή τους απόφαση. Μετά την άρνηση του Ετεοκλή να παραδώσει την εξουσία, ο Πολυνίκης αποφασίζει να αποταθεί στους  Αργίους και να εκστρατεύσει εναντίον της Θήβας, καταλήγοντας σε μια αδελφοκτόνα μάχη. Ο νέος βασιλιάς της πόλης, ο Κρέων, αποφασίζει να θάψει τον νεκρό Ετεοκλή με όλες τις τιμές, ενώ τον Πολυνίκη να αφήσει άταφο, άκλαυτο, μίασμα για την πόλη, προκαλώντας την αντίθεση των πολιτών και της άλλης κόρης του Οιδίποδα Αντιγόνης, που ενάντια στον ανθρώπινο νόμο αποφασίζει να θάψει και να τιμήσει τον νεκρό της αδελφό. Η συνέχεια της ιστορίας είναι γνωστή, οπότε, ας περάσουμε στην θεατρική μεταφορά του έργου.

Φέτος το καλοκαίρι η Αντιγόνη μας λέει την ιστορία της διά στόματος Αθηνάς Μαξίμου. Αντιτίθεται στις βουλές του Κρέοντος, Αιμίλιου Χειλάκη, αρνείται τον φόβο της αδερφής της, οδηγείται μπρος στον τύραννο και θρηνείται από τον αρραβωνιαστικό της, Μιχάλη Σαράντη. Και με το δίκιο σας θα αναρωτιέστε για την διανομή των ρόλων. Η «Αντιγόνη», φέτος, ακολουθεί τις παλιές δόξες του πρώτου θεατρικού της ανεβάσματος. Τρεις ηθοποιοί, μοιράζονται τους ρόλους, κι αντί για ψιμύθια και μάσκες μας περνούν τις αλλαγές τους με κοστούμια και αξεσουάρ.

Ο Αιμίλιος Χειλάκης, μετά την περσινή επιτυχία της «Ιφιγένειας», φέτος αναμετράται με το έργο του Σοφοκλέους. Με ιδιαίτερο σεβασμό στον μύθο και την ιστορία, δραματοποιεί την μετάφραση του ποιητή Γιώργου Μπλάνα, και αναθέτει στον Σταμάτη Κραουνάκη να μελοποιήσει τα χορικά του έργου. Αφήνεται στον λόγο του αρχαίου δράματος, ταξιδεύει με τον ρυθμό και φέρνει το έργο πιο κοντά από κάθε άλλη φορά στο κοινό, αφού η πρόκειται για την πιο ελεύθερη και πιο κοντά στην δημοτική γλώσσα την ιστορία των Λαυδακιδών.

Η Αθηνά Μαξίμου, αφήνει το γήρασμα της Κλυταιμνήστρας. Γίνεται το δεκαεξάχρονο κορίτσι, που πιστό στην ηθική του και στον φόβο της θείας δίκης, αντιβαίνει τον άνθρωπο, προτάσσει την αγάπη και τον πόνο και γίνεται το αγρίμι που θα πεθάνει για την προτίμηση να είναι «αγαπημένη, μεταξύ αγαπημένων».  Στο δεύτερο μισό της παράστασης, την βλέπουμε να γίνεται άγριος και σοφός Τειρεσίας. Να μεταφέρει τα μαντάτα και να δημιουργεί ένα βάρος στο κοινό, σχεδόν μεταφέρει το βάρος του καπνού για την θυσία που έδωσε τους χρησμούς και μας αφήνει μετέωρους να περιμένουμε την εξέλιξη – άσχετα που όλοι ξέρουμε τι θα ακολουθήσει.

Τέλος, το θαύμα της παράστασης αυτής για τον πολυσχιδή του χαρακτήρα. Ο Μιχάλης Σαράντης, που εν ριπή οφθαλμού και με απίστευτη ευκολία και ευελιξία μεταλλάσσεται από Ισμήνη, σε στρατιώτη, από στρατιώτη σε Αίμωνα και τέλος στον από μηχανής  θεό που μαζί με την Αθηνά Μαξίμου, δίνει τον ηθικό νόμο και το θέλημα του πάνω και του κάτω κόσμου.

Ο Αιμίλιος Χειλάκης με την ιδιαίτερη χροιά του κατάφερε να αποδώσει στο έπακρο τον χαρακτήρα του τυράννου. Στριφνός και επιβλητικός, πάνω στην εξέδρα, δίνει το στίγμα της ιστορίας και αφήνει το κοινό να τον μισήσει, όπως πάντα συμβαίνει με τον Κρέοντα.

Η Αθηνά Μαξίμου επιστρέφει στην άγουρη νεότητα, κι εδώ θα σταθώ περισσότερο. Από πολλούς θεατές, άκουσα τα σχόλια για την υπερβολή στην γλύκα της φωνής της. Για νιαουρίσματα και τάσεις γλυκανάλατες, χωρίς το πνεύμα επανάστασης που διακατέχει την Αντιγόνη. Αγαπητοί μου αναγνώστες, πώς είναι δυνατόν μια γυναικά που έχει περάσει την πρώτη νιότη της να γίνει ξανά έφηβη, στην ηλικία των δεκάξι περίπου, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής; Ο πιο εύστοχος τρόπος σε ένα μινιμαλιστικό και αφαιρετικό σκηνικό, είναι η αλλαγή της φωνής της. Η ανωριμότητα αυτής. Το νιαούρισμα αν το θέλετε έτσι.

Επίσης, θα μου επιτρέψετε να σας θυμίσω το πρωτότυπο κείμενο του Σοφοκλή. Η Αντιγόνη, είναι μεν μια επαναστάτρια, μα όταν την πιάνουν και την οδηγούν στον Κρέοντα, λυγίζει. Υπενθυμίζει στους πολίτες τα λάθη τους. Περιγράφει στον θείο της την αφροσύνη του. Θρηνεί για τον κόσμο που χάνει, για την τύχη της και το βραχύ της μέλλον. Είναι επαναστάτρια, μα δεν φωνάζει, δεν ωρύεται. Απλά επιχειρηματολογεί.

Ο Μιχάλης Σαράντης ήταν έκπληξη. Ένα τόσο νέο παιδί, με τόσες δυνατότητες. Με πολλά σωματικά στοιχεία στην απόδοση των χαρακτήρων που του δόθηκαν, αφομοίωσε κάθε σκηνοθετική οδηγία και μετουσιώθηκε στους χαρακτήρες του. Αποθέωσε, ρόλους ευτελούς σημασίας- ευτελή θεωρώ την Ισμήνη από τα μαθητικά μου χρόνια ακόμη.

Καταλήγοντας, η παράσταση αυτή, ήταν από τις αρτιότερες μεταφορές του κλασσικού αυτού δράματος. Την αγάπησα όσο λίγες. Και βαθύτατα πιστεύω ότι θα είναι η καλύτερη παράσταση του φετινού καλοκαιριού.