cigarette_i_love_you_by_ganjaninja

Ένιωσα να σηκώνεται από το κρεβάτι. Άνοιξα για λίγο τα μάτια μου και τα ξαναέκλεισα. Έτρεμα ακόμη. Τα ξανάνοιξα και την κοίταξα. Είχε τραβήξει με τα δύο δάχτυλα του χεριού της την κουρτίνα από το παράθυρο και κοιτούσε προς τα έξω. Έμενε εκεί να κοιτάζει το δρομάκι κάτω από το δωμάτιο του ξενοδοχείου για λίγο, και στη συνέχεια περπάτησε προς το τραπεζάκι μπροστά από τον καθρέπτη και πήρε ένα τσιγάρο από ένα μισοτελειωμένο πακέτο. Το άναψε με έναν αναπτήρα από τον οποίο ξεπήδησαν απότομα φωτιές και έλαμψε για λίγο το σκοτεινό δωμάτιο. Ξαναγύρισε και κοιτούσε έξω από το παράθυρο πάλι κρατώντας την κουρτίνα με τα δύο δάχτυλα της…

Το φως που έμπαινε από το παράθυρο έκανε το ιδρωμένο σώμα της να γυαλίζει σαν να γέμισε μικρά – μικρά διαμάντια σε κάθε γωνιά του υπέροχου κορμιού της. Το φίλτρο του τσιγάρου άγγιζε το στόμα της. Η καύτρα έλαμπε και ένα σύννεφο καπνού εμφανίζονταν για να ταξιδέψει μέχρι την οροφή. Δεν μπορούσα να μιλήσω απλά την κοίταζα. Είχα μείνει άφωνος από την ομορφιά της και τις κινήσεις της. Και έτρεμα, ακόμη…

«Θες κι εσύ ένα;», μου είπε.

«Όχι δε θέλω, ευχαριστώ», απάντησα ξέπνοα… «Έλα στο κρεβάτι. Κάνε εδώ το τσιγάρο σου.»

«Μισό ρε μωρό μου», είπε και γέλασε, «δεν με χόρτασες;»

«Δεν θα σε χορτάσω ποτέ… Και το ξέρεις.»

«Το ξέρω», το χαμόγελό της εξαφανίστηκε, «το ξέρω γαμώτο.»

κατάλογος2

Έσβησε το τσιγάρο, μισό, και ήρθε προς τα ‘μένα. Έπεσε στην αγκαλιά μου και την κράτησα σφιχτά. Το κεφάλι της ακουμπούσε στο σαγόνι μου και το ένα της πόδι ήταν ανάμεσα στα δικά μου. Τα ιδρωμένα κορμιά μας κόλλησαν το ένα στο άλλο. Δεν ακούγονταν τίποτα. Μόνο οι αναπνοές μας και οι μικρές κινήσεις μας πάνω στα σεντόνια…

«Λοιπόν θα μου πεις αυτό που ήθελες… Ή θα με αφήσεις να έχω απορία;»

«Θα φύγω Κύπρο, Δημήτρη. Βρήκα δουλειά εκεί. Την δουλειά που ονειρευόμουν. Φεύγω σε λίγες μέρες. Από τη μία θέλω να χαρώ, να το φωνάξω παντού και από την άλλη δεν αντέχω τη θλίψη μέσα μου. Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ, ή να λυπηθώ.»

«Να πετύχεις…», της είπα.

«Σκάσε… Δεν θέλω να πετύχω τίποτα τώρα. Τώρα θέλω να ‘μαι μαζί σου.»

«Είσαι…» Είπα και μετά την φίλησα στα μαλλιά και την χάιδεψα. Την αισθανόμουν να με χαϊδεύει κι αυτή.

images

Σήκωσε το κεφάλι της και με φίλησε. Τα χείλη της εφάπτονταν τέλεια με τα δικά μου. Κόλλησε το υπέροχο στήθος της πάνω μου και με φιλούσε με πάθος… Σήκωσα το πρόσωπο της πιάνοντάς το με τα δύο μου χέρια και την σταμάτησα.

«Δε θέλω να φύγεις», της είπα, «αλλά δε θα σε σταματούσα με τίποτα από το να πετύχεις! Θέλω να πετύχεις», συνέχισα και απλά δεν πρόλαβα να αρθρώσω άλλη λέξη.

Έπεσε ξανά πάνω στα χείλη μου με ορμή και με φιλούσε ασταμάτητα. Άρχισε να κολλάει όλο και με πιο μεγάλη ορμή πάνω μου… Δεν άργησα να μπω μέσα της. Όλο της το σώμα χόρευε σε έναν αισθησιακό ρυθμό πάνω στο δικό μου. Κραυγές απόλαυσης και από τους δύο έσπαγαν τη σιωπή. Μπορεί να μας άκουγε κάποιος από το δίπλα δωμάτιο, όμως δε μας ένοιαζε. Ήταν αυτή και εγώ. Εγώ κι αυτή, μέσα σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γαμιόμαστε από έρωτα, να εναρμονίζονται τέλεια σε έναν αέναο σεξουαλικό χορό τα κορμιά μας μέχρι να έρθει ακόμη ένας οργασμός και για τους δύο. Με αυτήν να πέφτει εξαντλημένη πάνω μου και να μένει εκεί. Στην ίδια στάση όπως πριν. Το κεφάλι της κάτω από το σαγόνι μου και τα κορμιά μας ενωμένα.

469f3bebb245f31c816806e433269696

«Είμαι ερωτευμένος μαζί σου», της είπα με όσες ανάσες μου είχαν μείνει.

«Και γω μαζί σου, ρε μούργο», μου είπε και μου έδωσε ακόμη ένα φιλί. «Ποιος να το έλεγε. Τη πρώτη φορά που με είδες νόμιζα πως θα με δείρεις», χαμογέλασε δυνατά.

Όντως η πρώτη μας συνάντηση ήταν γεμάτη από θυμό και οργή από την πλευρά μου, και μεταμέλεια από τη πλευρά της. Μιλούσαμε αρκετό καιρό κι όμως ποτέ δε βρισκόμασταν. Για έναν περίεργο λόγο πάντα έπρεπε να είμαστε μακριά ο ένας από τον άλλο. Όχι με κοντινές αποστάσεις, αλλά με εκατοντάδες χιλιόμετρα να μας χωρίζουν. Πολλές οι προσπάθειές μου να την δω, και όλες έπεφταν στο κενό, για σοβαρούς κι όχι, λόγους… Ένας καυγάς που μας αποξένωσε και μια σιωπή πολλών εβδομάδων που την έσπασε ένα μήνυμα της.

Στο μήνυμα αυτό έλεγε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι είναι Θεσσαλονίκη. Νοίκιασε ένα δωμάτιο και ήρθε να με δει. Αν ήθελα να πάω να συζητήσουμε. Για πολύ ώρα κοιτούσα το μήνυμα. Δεν ήξερα αν ήθελα να απαντήσω. Την ήθελα. Αλλά είχα εκνευριστεί τόσο πολύ μαζί της. Δεν ήξερα αν θέλω στα αλήθεια να την δω.

Αποφάσισα πως θα ήταν άδικο να μην της δώσω μια ευκαιρία. Έκανε περίπου έξι ώρες δρόμο να έρθει και έδωσε πόσα χρήματα που σκιζόταν στη δουλειά να βγάλει. Θα ήταν πράγματι άδικο να την αφήσω να φύγει. Κι έτσι πήγα.

Της έστειλα μήνυμα ότι είμαι κάτω από το ξενοδοχείο της. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Είχα αγωνία. Είχα αγωνία για το αν όντως ήταν εκεί, ή με κορόιδευε. Είχα αγωνία γιατί δεν ήξερα αν θέλω να τη δείρω ή αν θέλω να της κάνω έρωτα εκεί στη μέση του δρόμου. Την ήθελα αλλά ο εγωισμός μου και τα νεύρα μου τα έμπλεκαν όλα. Μέχρι που την είδα να κατεβαίνει αργά τις σκάλες του ξενοδοχείου. Μία πανέμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα ερχόταν προς το μέρος μου. Της έκανε ένα ευγενικό σχόλιο ο ηλικιωμένος κύριος που άνοιγε την πόρτα και βγήκε και ήρθε προς τα μένα.

Ούτε αγκαλιά, ούτε φιλί. Ένα ξερό «γεια» και από τις δύο πλευρές. Περπατήσαμε λίγα μέτρα δίπλα – δίπλα και τότε έσπασε τη σιωπή: «θα με δείρεις; Να ξέρω να φύγω αν είναι…»

«Όχι δε θα σε δείρω», της απάντησα, «απλά τα κρατώ όλα για να τα πούμε στο ποτό».

Drinking alone at a bar

Μετά από λίγο περπάτημα φτάσαμε στο στέκι μου. Ένα ροκ μπαρ στα λαδάδικα.

Ποτό, τσιγάρο και από τους δύο. Με εμένα να αδειάζω όλη μου την οργή και το παράπονο και αυτή να με κοιτάζει μέσα στα μάτια χωρίς να λέει κουβέντα.

«Έχεις δίκιο σε όλα», μου είπε όταν αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή της. «Για αυτό δεν μιλάω, ότι και να πεις έχεις δίκιο. Και για αυτό ήρθα ως εδώ να σε δω.»

Δεν μιλούσα. Την κοιτούσα απλά και έπαιζα με ένα τσιγάρο στο χέρι μου. Είναι πανέμορφη γαμώτο. Ήπια δύο γουλιές και τη κοίταξα στα μάτια.

«Ξέρεις τι;», τη ρώτησα.

«Πες μου…»

«Θέλω να σε φιλήσω.»

«Αφού το θέλεις κάντο…», μου είπε.

Πέταξα το τσιγάρο μου στο τραπεζάκι και κατευθύνθηκα στην άλλη πλευρά που καθόταν αυτή. Την άρπαξα και την φίλησα. Την φιλούσα για ώρα ασταμάτητα. Δεν χόρταινα αυτό το φιλί μας. Αυτή την χημεία μας.

«Χωράει δύο άτομα το κρεβάτι σου;», της λέω…

«Ναι χωράει…», μου απάντησε.

boy-girl-hair-hands-Favim.com-3304629

Κι αμέσως πήγαμε προς το ξενοδοχείο. Φιλιά καυτά από το ασανσέρ ακόμη και μπαίνοντας στο δωμάτιο τα ρούχα εκτοξεύτηκαν από πάνω μας. Τίποτα δε θα μας συγκρατούσε. Τίποτα δεν θα μας σταματούσε. Σεξ όλο το βράδυ και στο τέλος κοιμηθήκαμε αγκαλιά. Το πρωί έπρεπε να φύγω. Έπρεπε να πάω στην δουλειά.

«Θα βρεθούμε κι αύριο;», μου είπε.

«Ναι θα βρεθούμε», της απάντησα.

Η ίδια έκρηξη και την επόμενη μέρα. Το ίδιο πάθος. Το ίδιο κι ακόμη περισσότερο τώρα στην Αθήνα…

Ίσως για αυτό η ζωή να μη μας θέλει κοντά. Γιατί κάνουμε αυτό το μικρό big bang κάθε φορά που τα κορμιά μας ενώνονται. Κάθε φορά που βλέπουμε ο ένας τον άλλο…

Συνήλθα όταν σηκώθηκε πάλι από δίπλα μου. Πήγε, πήρε ένα τσιγάρο και πήγε πάλι στο παράθυρο.

«Ποιο τσιγάρο είναι αυτό που κάνεις σήμερα;», την ρώτησα και χαμογέλασα…

tsigaro

«Δεν έχω ιδέα, δεν τα μετράω…», μου είπε και αυτή με χαμόγελο, «αλλά μάλλον το τελευταίο. Δεν πρέπει να μείνω άλλο πρέπει να ετοιμαστώ για την Κύπρο», είπε και τράβηξε μία ακόμη τζούρα, θλιμμένη.

«Μείνε λίγο ακόμη…», της είπα και πήγα δίπλα της. Την αγκάλιασα και της έδωσα ένα απαλό φιλί.

«Για πόσο ακόμη ρε Δημήτρη;», μου είπε με παράπονο.

«Για ένα ακόμη τσιγάρο…»

Δημήτρης Σκράπαρης