Σήμερα θα ξεκινήσω διαφορετικά αυτό το χρονογράφημα. Θα κάνω ένα ταξίδι στον χρόνο. Σε μια μικρή και χαμηλή κουζίνα. Από ανοιχτή καφέ μελαμίνη και με ολοστρόγγυλα λευκά χερούλια. Στα συρτάρια αυτής της κουζίνας υπήρχαν μικρά και στρογγυλά ταπεράκια σε τέσσερις ή πέντε διαφορετικές παστέλ αποχρώσεις, που ήταν για τα λίγα. Στο πάνω μέρος των ντουλαπιών, υπήρχαν τα μεγάλα. Για τα γλυκά, για τα όσπρια, για τις χαρές και τις λύπες. Στον μπουφέ, ήταν τα επίσημα. Τα μεγάλα με τα χωρίσματα για τους ξηρούς καρπούς και τα σοκολατάκια μαργαρίτες… αυτά, ντε, που τα βγάζαμε και τα γεμίζαμε καλούδια όταν ερχόταν κόσμος. Μια περιουσία κόστιζαν όλα αυτά, μα ήταν το νοικοκυριό της και τα πρόσεχε ως κόρη οφθαλμού, ίσως και λίγο καλύτερα, αν σκεφτεί κανείς ότι τα μάτια της από την πολύ αδιαφορία την είχαν προδώσει για είκοσι μέρες.

Τώρα θα μου πείτε τι σχέση έχουν τα τάπερ της γιαγιάς μου με την Ακρίτα και «Τα τάπερ της Αλίκης» της. Καμία, αλλά οι άνθρωποι πιανόμαστε από μικρές λεπτομέρειες για αποδιώξουμε τον πόνο που μας προκαλεί η άμεση πρόκληση να αντιμετωπίσουμε την καθημερινότητα, πράγμα που με καθόλου ευγενικό τρόπο, έκανε η Ακρίτα στο Βιβλίο της. Για την ακρίβεια, δεν μας προκάλεσε να δούμε και να ονοματίσουμε τα προβλήματά μας, μα μας τράβηξε βίαια σε ένα καθρέφτη, μας φασκέλωσε και μας ξύπνησε με τον πιο βίαιο και συγχρόνως γλυκό τρόπο.

Η Κοραλλία είναι μια γυναίκα που παράτησε το χωριό της και με ένα μωρό στην αγκαλιά κατέβηκε στην Αθήνα να δουλέψει και να ζήσει, μακριά από έναν άντρα άχρηστο που την παράτησε και έκανε την ζωή του Κύριος οίδε πού. Ως καθαρίστρια ξεκίνησε η ζωή της και με το σφουγγαρόπανο στα πλατό της Φίνος κατάφερε να ζήσει. Η κόρη της, η Ελένη έμεινε έγκυος από έναν άλλον άχρηστο και για να μεγαλώσει την δική της κόρη δούλευε στο Μινιόν και οργάνωνε επιδείξεις τάπερ. Τα τάπερ αυτά τα δώριζε και στην κόρη της, την Αλίκη, η οποία με εκείνα έπαιζε κι εκεί φυλάκιζε κάθε της πρόβλημα, κάθε στεναχώρια, κάθε ανεπάρκεια από την δικό της κατεστραμμένο γάμο.

Η Ακρίτα δεν έγραψε ένα απλό βιβλίο. Αν πηγαίναμε λίγα χρόνια πίσω, στην πρώιμη ελληνική πεζογραφία, θα το αποκαλούσαμε ηθογράφημα. Και πριν να σπεύσετε να με κατακράξετε, κύριοι, το βιβλίο της είναι ένα σύγχρονο δείγμα ηθογραφικού μυθιστορήματος γιατί αριστοτεχνικά καταφέρνει να στήσει και να διαχειριστεί την μεσοαστική πραγματικότητα στην υπό ανάπτυξη Αθήνα των δεκαετιών ’70 και εντεύθεν.

Παραβλέποντας τα πολιτικά γεγονότα που σημάδεψαν με τον χειρότερο τρόπο την χώρα μας, και επικεντρώνοντας την προσοχή της στην ομαλή συμβίωση ανθρώπων από τελείως διαφορετικά περιβάλλοντα, η Ακρίτα μας δίνει ένα άκρως καλοστημένο μυθιστόρημα που καταπιάνεται με ζωές και πάθη ανθρώπων που ούτε θα μας κέντριζαν το ενδιαφέρον.

Με τρόπο στητό και άμεσο θίγει φαινόμενα που μας απασχολούν ακόμη και σήμερα. Σηκώνει το χαλί και φανερώνει ζητήματα ενδοσχολικού εκφοβισμού, ενδοοικογενειακής βίας, πολιτικών σκάνδαλων με πουτάνες και ξυλοδαρμούς, μίζες, καλοστημένες ιδιωτικές επιχειρήσεις που το μόνο που τους καίει είναι η εικόνα τους.

Παράλληλα, κάνει περίπατο στην   πολιτιστική  σκηνή της χώρας. Στα ονόματα και τους θρύλους, στους μύθους και τα χάι κου που είχαν κυκλοφορήσει. Με τον δικό της μοναδικό τρόπο αποκαθιστά την φήμη μεγάλων αστέρων και προβάλει την ανθρώπινη πλευρά τους, σε πείσμα όλων εκείνων των θανατολάγνων που δεν χορταίνουν να ρίχνουν λάσπη στα ονόματά τους, ακόμη και τόσα χρόνια μετά τον θάνατο τους.

Πριν κλείσω το κείμενό μου, θα ήθελα να κάνω ιδιαίτερη αναφορά στην επιμελήτρια του βιβλίου. Η κα Παναγοπούλου έκανε περίπατο σε μονοπάτι σπαρμένο με αγκάθια για να κάνει την δουλειά της. Η Αυθεντική γραφή της Ακρίτα, το χιούμορ της, η συγγραφική της δεινότητα βασίζονται σε μια ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας, που η κα Παναγοπούλου σεβάστηκε και δεν αλλοίωσε στο ελάχιστο το ύφος της συγγραφέως.

Προσωπικά ευχαριστώ την Ακρίτα για το δώρο αυτό που μου έκανε με το βιβλίο της. Είναι δύσκολο να έρχεσαι αντιμέτωπος με την καθημερινότητα, μα, όταν το καταφέρεις, είσαι ελεύθερος να ζήσεις απαλλαγμένος από φόβους κλεισμένους σε τάπερ.