Πάντα είμαι αντίθετος στις ριζικές αλλαγές σε έργα που αγγίζουν τα όρια του κλασσικού. Τον Σαίξπηρ, τον θέλω στην Αγγλία, τον Τσέχωφ στην Ρωσία και τον Λόρκα στην Ισπανική έρημο. Να αποπνέει το έργο του όλους τους χαρακτηριστικούς ήχους της Ιβηρικής, να κατακλύσουν τα χρώματα την σκηνή και να βγει στην επιφάνεια ο πόνος.

Ο Θανάσης Σαράντος, όπως θα διαβάσατε και στην συνέντευξη που μου παραχώρησε, στα μάτια μου διέπραξε μια τεράστια  ιεροσυλία μεταφέροντας τον Λόρκα στα βουνά και τους κάμπους της Ηπείρου. Και για να έρθω αντιμέτωπος με αυτή την ιεροσυλία, πέρασα τις πόρτες του Θεάτρου Αμαλία, το βράδυ της Δευτέρας.

Το λιτό σκηνικό ήταν μια όμορφη έκπληξη. Το τραγούδι της αρχής ήταν ένα γερό τράνταγμα στο στερεοτυπικά πλασμένο περιβάλλον που είχα στο μυαλό μου. Κι η δράση που ξεκίνησε αμέσως, ήταν αυτή που μου έδωσε την ώθηση να αναλογιστώ το τεράστιο λάθος που είχα κάνει να θεωρήσω τόσο παράταιρη μια τέτοια μεταφορά.

Ο Λόρκα στη Γέρμα μας μιλά για την μοναξιά και την καταπίεση της γυναίκας. Για την ανάγκη της να ολοκληρωθεί στους κόλπους μιας οικογένειας. Για τους πόθους που καταπιέζει για να είναι κοινωνικά αποδεκτή και ένα σωρό ακόμη, που παρότι παρωχημένα, για πολλές κοπέλες του σύγχρονου κόσμου είναι καθημερινότητα.

Ο Θανάσης Σαράντος έπλεξε το νήμα μιας επιτυχημένης απόδοσης. Διάλεξε το καστ με τρόπο τέτοιο, που ο καθένας αποτέλεσε ένα καθρέφτη, άλλοτε του ρόλου και άλλοτε της κοινωνίας . Οι φωτισμοί και οι αλληγορίες ήρθαν και έφτιαξαν ένα σκηνικό μαγικό και μας άφησαν άφωνους καθ’ όλη την διάρκεια του έργου.

Ξεχώρισα ιδιαίτερα την Βίλμα Τσακίρη που την έχω συνηθίσει σε άκρως κωμικούς ρόλους. Κατάφερε να δώσει μια αλέγρα χροιά στα ζητήματα που πραγματευόταν το έργο και να στιγματίσει με την παρουσία της όλη την εξέλιξη, χαρίζοντας άλλη ένταση στην πλοκή.

Ο Θανάσης Σαράντος, επιφορτισμένος και με τον ρόλο του σκηνοθέτη, σε πολλές στιγμές ήταν μαγκωμένος, χωρίς, όμως, αυτό να τον κρατά πίσω ερμηνευτικά. Κινήθηκε και στάθηκε σωστά, ενώ εύκολα μπορούσε να καταλάβει κανείς την προσπάθεια που έχει καταβάλει για να είναι όλη η παράσταση άρτια και να μείνει στο μυαλό των θεατών.

Τέλος, η Πηνελόπη Μαρκοπούλου μας καθήλωσε με το συναίσθημά της. Γεύτηκε την μοναξιά της Γέρμας και την ερημιά της ψυχής της και κατάφερε να γίνει κυρίαρχη όλη της  σκηνής για τα 75 λεπτά που διήρκησε το έργο. Η φωνή της στα τραγούδια έκρυβε ένα λυγμό, ενώ το πρόσωπό της ήταν χαρακωμένο από την θλίψη του ανεκπλήρωτου.

Η «Γέρμα» ήταν μια παράσταση που αξίζει να δει κανείς αν την συναντήσει κάπου. Θα κερδίσει πολλά. Θα νιώσει πόνο και θλίψη. Μα θα σκεφτεί με τρόπο πιο καθαρό τα όσα η ζωή μας κρύβει κατά καιρούς. Και μετά από αυτή, ας ελπίσουμε κανείς να μην μείνει έρημος.