Κάθε καλοκαίρι περιμένω την παράσταση που θα ανεβάσει ο Μουμουλίδης. Έχω περιέργεια να δω με τι θα καταπιαστεί και πώς θα το εκτελέσει. Είναι ιδιόρρυθμη φύση και πάντα οι παραστάσεις του έχουν κάτι να δηλώσουν και να σχολιάσουν σε σχέση με τα όσα ζούμε κάθε χρόνο που περνάει.

Φέτος, ο Μουμουλίδης συνάντησε επί σκηνής τον Μολιέρο και ετοίμασε τον Δον Ζουάν. Τον περίφημο γόη που το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η συντροφιά των γυναικών και δεν υπολόγιζε τιμή και ήθος μέχρι να καταλήξει στο κρεβάτι του η κοπέλα που έβαζε στο στόχαστρο των  ατέρμονων σεξουαλικών του ορέξεων. Ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με την απιστία και την πολυγαμία, που πολλοί θέλησαν να μιμηθούν και άλλοι τόσοι να σκοτώσουν.

Μιλώντας για την παράσταση: Χωροταξικά, ο Μουμουλίδης κράτησε την ιστορία στο φυσικό της περιβάλλον, χωρίς αναχρονισμούς και νοητικά άλματα που θα την έθεταν εκτός του πλαισίου που έχει θέσει ο συγγραφέας. Το σκηνικό, για άλλη μια φορά ήραν λιτό, και κατά τρόπο φουτουριστικό, αφού οι «φάκτορυ» γραμμές του διαδραμάτισαν κυριαρχικό ρόλο.

Κινησιολογικά,  η παράσταση χαρακτηριζόταν από πολλά στοιχεία σωματικού θεάτρου, πράγμα που ομολογώ ότι προσωπικά με ενόχλησε. Οι ηθοποιοί κατάφεραν να εκτελέσουν τις χορογραφίες με τον καλύτερο τρόπο, αλλά η σωματικότητα στο θέατρο είναι ένα στοιχείο, που θεωρώ, ότι καταφέρνει να υπερκαλύψει τα πάντα και να αφήσει το στίγμα της στον χώρο κατακλύζοντάς τον με όλη της την ενέργεια. Ερχόμενος αντιμέτωπος με αυτό στον ανοιχτό χώρο, ένιωσα πνιγμένος και ανίκανος να το διαχειριστώ, πράγμα που με εγκλώβισε σε ορισμένες σκηνές, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι για τον λόγο αυτό απορρίπτω την αξία της παράστασης.

Τεράστιο ενδιαφέρον είχαν οι φωτισμοί. Όλη η σκηνή ήταν ομοιόμορφα φωτισμένη, χωρίς σκιές, χωρίς χρωματισμούς ιδιαίτερους και εκτεθειμένη μέχρι τελευταίας σπιθαμής στα μάτια του θεατή. Οι μόνες στιγμές που ο φωτισμός χαμήλωνε και σκοτείνιαζε ο χώρος, ήταν για την εμφάνιση του αντιπάλου του Δον Ζουάν, που γινόταν εξαιρετικά μέσα στο σκηνογραφικό τέχνασμα που χρησιμοποιήθηκε.

Υποκριτικά η παράσταση είχε όλα όσα έπρεπε να δείξει. Ο Κουρής αποτελεί μια επιβλητική μορφή, με δυνατή φωνή και με πλήθος «εκφραστικών μέσων» στην φαρέτρα του. Η επιλογή του για τον ρόλο αυτό ήταν άκρως επιτυχημένη και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αναντικατάστατος, μιας που ταυτίστηκε τόσο επί σκηνής με τον ρόλο.

Ο Γιάννης Σοφολόγης είναι από τους πιο δραστήριους ηθοποιούς της γενιάς του. Κατάφερε να ελιχθεί αρμονικά μεταξύ των ρόλων που του ανατέθηκαν και να παρουσιάσει ένα αποτέλεσμα άρτιο, χωρίς να προκαλεί την σύγχυση μεταξύ των χαρακτήρων που κλήθηκε να υποδυθεί.

Τέλος, μου άρεσε πολύ η «παιδική» σοβαρότητα που επέδειξε ο Γιάννης Καπελέρης. Σε κάθε έργο που βλέπω, μου αρέσει να κρατώ έναν μονόλογο ή μια στιχομυθία που περικλείουν όλα τα ηθικά νοήματα της παράστασης. Στον Δον Ζουάν, το βάρος αυτής της στιχομυθίας έπεσε στην πλάτη του Γιάννη και κατάφερε να προβάλει την ηθική του Μολιέρου μέσω της αλτρουιστικής αθωότητας του ήρωά του κι όλο αυτό μέσω μιας πρωτόγνωρης ηρεμίας στην φωνή και στις κινήσεις του.

Ο Δον Ζουάν είναι μια πολύ αξιόλογη παράσταση για το φετινό καλοκαίρι. Νομίζω πως σε όποιον σταθμό βρεθεί, το κοινό θα την αγαπήσει και θα την αγκαλιάσει. Καλή θέαση και καλή συνέχεια στην περιοδεία για όλους αυτούς τους ταλαντούχους που περνούν από την σκηνή.