kjhlkjhlkfjhksjdfhlkjsdfhlksdjfhsdkjf

Πολλές φορές γίνεται ντόρος για παραγωγές υψηλού κόστους που δεν αξίζουν λεπτό θέασης και για παραγωγές μηδαμινού κόστους που σε κρατάνε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό άφωνο. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να καταφέρεις μια ισορροπία και μια μεστότητα ώστε να αναδειχθεί κάθε πτυχή μιας παράστασης. Ιδιαίτερα μια παράστασης που της έχουν αφιερωθεί τόσα πολλά χρήματα και συν τοις άλλοις χρόνος και κόπος.

Μια τέτοια παράσταση είναι ο «Ερωτευμένος Σαίξπηρ». Μια παράσταση ακριβή και αποτέλεσμα μιας τεράστιας επένδυσης σε χρόνο, κόπο και ταλέντο. Στην θεατρική πραγματικότητα του Λονδίνου, βλέπουμε τον Σαίξπηρ και θεατρικούς παραγωγούς της εποχής να αποπειρώνται να στήσουν και να δημιουργήσουν μια παράσταση σύμφωνη με τα χρηστά ήθη της εποχής. Ο Σαίξπηρ, στην προσπάθειά του να συγγράψει, πέφτει θύμα του έρωτά του για μια νέα. Ενός έρωτα άκρως ευεργετικού για την σκέψη και την πένα του.  Κι έτσι, καταλήγουμε να βλέπουμε πώς δημιουργήθηκε το πασίγνωστο σε όλους μας έργο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα».

Ο Κακλέας έστησε μια υπερπαραγωγή –το συνηθίζει άλλωστε τα τελευταία χρόνια. Συγκέντρωσε πλήθος ταλαντούχων ηθοποιών. Βρήκε ένα κείμενο, άκρως ρυθμικό. Δούλεψε με κάθε τεχνολογικό θεατρικό επίτευγμα και κάλυψε τα αναγκαία κενά, χωρίς καν να γίνουν αντιληπτά.

Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος είναι ένας ηθοποιός αεικίνητος. Σε τηλεόραση και θέατρο. Σε κινηματογράφο. Σε συνδυασμό όλων αυτών. Και ήταν μια ασφαλής και επιτυχημένη επιλογή για τον ρόλο του Σαίξπηρ. Και κάπου εδώ, να σας πω ότι ο λόγος που δεν ήθελα να πάω στην παράσταση ήταν ο Χαραλαμπόπουλος. Και τελικά, πάλι καλά, που πήγα γιατί έπαιξε με τρομερή αξιοπρέπεια και επέδειξε απίστευτο ταλέντο.

Έκπληξη γι εμένα ήταν ο Γιώργος Κοψιδάς ήταν μια έκπληξη. Συνηθισμένος να τον βλέπω σε ρόλους άβουλους και σχεδόν υποτακτικούς, σε ρόλους συγκεκαλυμμένους από φτηνές ατάκες και αερολογίες, εξεπλάγην με την στιβαρή του παρουσία επί σκηνής και με τον τρόπο που διαχειρίστηκε τον ρόλο του.

Μεγάλη εξίσου ήταν η έκπληξή μου για τον Γιάννη Ποιμενίδη. Πρώτη φορά που τον είδα επί σκηνής και είχε πάθος και θέληση για να δουλέψει σωστά. Με σοβαρότητα και υπευθυνότητα ανέδειξε τον ρόλο του Μάρλοου και επέδειξε αυτό το κάτι που είχαν οι συγγραφείς της εποχής, όπως μας μεταδίδουν οι μελετητές.

Για την Μπέτυ Λιβανού και την Μίνα Αδαμάκη ό,τι και να πω θα είναι λίγο. Ιέρειες της υποκριτικής και οι δύο, με την πρώτη οκτάβα της φωνής τους έκαναν ένα θέατρο να σείεται και να γελά, παραδομένο στις δύο αυτές ηθοποιούς παλιάς κοπής.

Και όλος ο θίασος ήταν καταπληκτικός. Δεν μου φτάνουν κείμενα ολόκληρα για να αναφερθώ σε όλους και είναι τόσα τα υπόλοιπα που πρέπει αν χωρέσω να γράψω –είναι και πολλοί ζωή να ‘χουν.

Τώρα, σκηνικά και κοστούμια. Εδώ έρχεται το καλοπληρωμένο που ανέφερα πολλάκις παραπάνω. Όλη η παράσταση ήταν στημένη γύρω από το Λονδίνο του Σαίξπηρ. Στολές, περούκες και χτενίσματα. Όλα μαρτυρούσαν την εποχή και την φινέτσα των Ελισαβετιανών χρόνων. Και όλα, ποιοτικά κατασκευασμένα και όχι «αποκριάτικα» που τόσες φορές έχουμε δει επί σκηνής. Καλοραμμένα και αρχοντικά, αυτό είναι που τα χαρακτηρίζει.

Τα σκηνικά τώρα. Βαριά, ασήκωτα και ας είναι καλά τα τεχνικά μέσα. Στήθηκε επί σκηνής μια πόλη, μια λίμνη, ένα παλάτι, μια ταβέρνα, ένα θέατρο, μια έπαυλη και τόσα άλλα. Πολύ το ξύλο. Πολύ το ύφασμα. Ακόμη περισσότερο τα βίντεο γουόλ και οι αυλαίες που βοηθούσαν τους φροντιστές να φτιάξουν την σκηνή. Κι εδώ, ένα τόσο δα πταίσμα. Όταν επιλέγονται τόσο πολλά σκηνικά και τόσο βαριά σκηνικά , πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε τον θόρυβο που δημιουργεί η μεταβολή τους.

Δεν ξέρω τι άλλο να πω για την παράσταση αυτή. Ήταν από τις καλύτερες και πιο φροντισμένες της σαιζόν. Μια επένδυση θεατρική για όποιον την είδε. Και μια ισχυρή ανάμνηση για όλους μας φυσικά. Κι αν κάτι δεν μας άρεσε, ήταν τόσος ο «έρωτας» που το ξεχάσαμε ήδη.