poster_final_A3_Crop_Marks_Prof

Απόγευμα Δευτέρας το μετρό με φτάνει στον Κεραμεικό και σαν ψάρι έξω από το νερό και γαντζωμένος στο gps του κινητού μου ξεκινάω την αναζήτηση για το «Θέατρο 104». Εκεί, ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος με κάλεσε να δω την παράσταση «Η Ζωή μου στην Τέχνη» του Andrew Cowie, σε σκηνοθεσία Θοδωρή Βουρνά.

Δύο ηθοποιοί κι ένας σκηνοθέτης ξεκινούν τις πρόβες για την παράσταση Δον Ζουάν. Καθώς οι πρόβες εξελίσσονται, βλέπουμε τους τρεις αυτούς χαρακτήρες να περιπλέκονται σε ένα γαϊτανάκι όπου τα επαγγελματικά θέλω περιπλεκόταν με τα προσωπικά, οδηγώντας τους σε μια τελματώδη κατάσταση με έντονα τα στοιχεία του καιροσκοπισμού και της εκμετάλλευσης του ανθρώπου με απώτερο στόχο την επίτευξη των δικών τους στόχων.

Η μεγαλύτερη δυσκολία για τους ηθοποιούς της παράστασης ήταν ότι στην προκειμένη μιλάμε για μια περίπτωση έργου ενσωματωμένου σε ένα άλλο έργο. Όφειλαν, δηλαδή, τα παιδιά αυτά, να αποκωδικοποιήσουν επαρκώς, πέραν του βασικού τους χαρακτήρα, κι έναν δεύτερο που θα έδινε το ρυθμό για την ροή και θα αποτελούσε την αφορμή για την εξέλιξη των κωμικών στιγμών που θα ακολουθούσαν.

Η Φιόνα Γεωργιάδη κατάφερε να απαλλαγεί από κάθε τηλεοπτικό χαρακτηριστικό. Πατώντας γερά στο κείμενο έχτισε μια ηρωίδα με ταυτότητα. Ελίχθηκε μεταξύ του κεντρικού της ρόλου και του ρόλου μέσα στον ρόλο της χωρίς να περιπλέξει την κατάσταση, ενώ διατήρησε τα μοναδικά στοιχεία της κάθε προσωπικότητας χωρίς να υπάρξει συγκρητισμός αυτών, σε βαθμό που θα επηρεάσει την κατανόηση των διαφορετικών κινήτρων μεταξύ των δύο γυναικών.

Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος είναι για μένα ένας από τους πολύ καλούς ηθοποιούς της νέας γενιάς. Στον ρόλο του στο έργο εμφάνισε μια πρωτόγνωρη αφέλεια που ταιριάζει απόλυτα με την παιδικότητα της όψης του. Έγινε το επίκεντρο της προσοχής στις σκηνές που έπρεπε και κρύφτηκε πίσω από τις ερμηνείες των συναδέλφων του όταν οι περιστάσεις τα επέβαλλαν, επιδεικνύοντας έναν άκρως επαγγελματικό χαρακτήρα και σεβασμό που σπανίζει στις μέρες μας.

Τέλος, ο Βαγγελης Σαλευρής ήταν η ήρεμη δύναμη. Το ζεν της παράστασης. Αυτός που κινούσε τα νήματα και στην ουσία, παρότι δεν ακροβατούσε μεταξύ δύο ρόλων, είχε το δυσκολότερο κομμάτι, αφού η αρτιότητά του έπρεπε να αγγίξει το ζενίθ στην απόδοσή του.

Η μεγαλύτερη επιτυχία για αυτούς τους τρεις νέους ήταν που κατάφεραν να παίξουν τόσο σωστά και τόσο όμορφα στο περιβάλλον του 104. Σε ένα θέατρο τύπου black-box με το σκηνικό να απουσιάζει, ο ηθοποιός είναι εκτεθειμένος στον μέγιστο βαθμό και υποχρεούται να κάνει το σώμα του σκηνικό για να καταφέρει να γεμίσει την έλλειψη του χώρου. Η υποκριτική του δεινότητα δεν επαρκεί, αφού κατά την διάρκεια του έργου είναι αναγκαίο να επιτελέσει ρόλο σκηνογράφου και τόσα άλλα.

Η Φιόνα, ο Δημήτρης και ο Βαγγέλης μας παρουσίασαν μια παράσταση άκρως επιτυχημένη.  Μας προσέφεραν απλόχερα το γέλιο, μας έβαλαν σε σκέψεις. Ξεγύμνωσαν το θέατρο και κατ’ επέκταση κάθε επαγγελματικό χώρο, και μας έδειξαν πόσο φτηνοί μπορούμε να γίνουμε για να πετύχουμε τα όσα θέλουμε. Στο τέλος, όμως, μας έδωσαν την ελπίδα.

Τα τρία αυτά παιδιά έκαναν μια εξαιρετική δουλειά. Παρά τις αντιξοότητες στον θεατρικό χώρο του σήμερα, δεν φοβήθηκαν να σταθούν απέναντι μας και να δώσουν τα χαρακτηριστικά μιας παράστασης που αξίζει κανείς να δει και κυρίως ενός έργου που πρέπει να συζητηθεί. Είμαι σίγουρος, ότι θα δούμε πολλά ακόμη από αυτούς στο μέλλον.