Love-logo

Λίγο η Κουμιώτη που ακούω να παίζει στα hands free μου. Λίγο η Ρέα Βιτάλη, κι εκείνο το απόσταγμα παλιάς κολόνιας πάνω στο βαρύ έπιπλο. Ήθελα, δεν ήθελα, σκέφτηκα κι εγώ τον έρωτα. Αυτόν τον ανεκπλήρωτο. Που πάντα μας κυνηγάει. Που βρίσκεται δυο βήματα πίσω μας, κι εμείς τον αγνοούμε. Αυτόν που μας πετροβολά και οι πέτρες δεν βρίσκουν τον στόχο τους. Παρά μόνον την φτέρνα. Αχίλλειος ή μη, άτιμο πράγμα η φτέρνα.

Θυμάμαι εκείνες τις γυναίκες. Τις απ’ αλλού φερμένες. Στα κάδρα. Πάντα με λευκό πουκάμισο. Πάντα κουμπωμένες μέχρι τον λαιμό. Χωρίς ίχνος ερωτισμού. Μα τόσο ερωτικές συνάμα. Αυτές που κάθε άντρας θέλει να έχει δίπλα του. Οι τόσο απόμακρες.

Θυμάμαι την εποχή, που έβλεπα ανθρώπους να φλερτάρουν. Καθόταν αντικριστά. Έπιναν τον καφέ τους. Χωρίς πολλά λόγια. Μόνο τα σώματα μιλούσαν. Ανάπνεαν και κάθε αναπνοή πρόδιδε την θέληση για μια ένωση τόσο δυνατή, που και το θείο θα έτρεμε απέναντι της. Τότε, που ένα απλό άγγιγμα των ποδιών αρκούσε για να έχει κάποιος στύση. Που ένα νεύμα ήταν πιο ισχυρό, κι από το πιο αισχρό άγγιγμα (τι άγγιγμα δηλαδή, χούφτωμα κανονικό.)

Τρέχει τώρα το μυαλό μου στους ερωτευμένους νέους. Αυτούς με τα άγουρα πρόσωπα. Που ντρέπονται γι αυτόν τον έρωτα. Που νιώθουν ένοχοι. Που τρέμουν στην όψη του. Με τα αμήχανα βλέμματα. Τα μάτια που στάζουν ενοχή και φόβο. Που γαντζώνονται για να πετύχουν μια φευγαλέα διασταύρωση τους.

Είναι κι οι άλλοι. Οι πιο δυστυχισμένοι όλων. Που τον έρωτα τον κάνουν βιτρίνα και στήνονται μπρος σε τζάμια να τον δείξουν. Αυτά τα τζάμια έχουν ονόματα και τα λένε άλλοτε instagram κι άλλοτε facebook. Στέκονται εκεί, και μας δείχνουν περίτρανα το πόσο ευτυχισμένοι είναι.

Love-logo-2

Αυτούς τους τελευταίους τους λυπάμαι. Έχουν χάσει το νόημα της πραγματικότητας. Δεν ζούνε την αλήθεια του πράγματος. Μιλάνε, μόνο όταν τα λόγια είναι λέξεις πίσω από οθόνες πάσης φύσεως συσκευής. Και τότε, νομίζουν ότι έμαθαν τι θα πει πραγματική αγάπη. Χωρίς να σκίρτησαν ούτε μια στιγμή, χωρίς να ένιωσαν την σάρκα να καίει από επιθυμία, μέχρι να βρει μια όμοια φλόγα να την κάψει.

Κι εκεί, είναι που θυμάμαι τον φίλο μου τον Γιάννη. Και το μικρό κείμενο που τόσο αγάπησα.

«Και πέρασαν αυτοί οι δυο καλά κι εμείς τους κοιτάγαμε κρυφά και καπνίζαμε και τους τραβάγαμε φωτογραφίες με το κινητό και τις ποστάραμε κατευθείαν στον τοίχο τους, να τις δουν όλοι. Εμείς περάσαμε καλύτερα.»