Θυμάμαι εκείνες τις παλιές φωτογραφίες της γιαγιάς μου. Γυναίκες ασπρόμαυρες και με έναν επιβλητικό σινιόν να στήνεται περίτεχνα στο κεφάλι τους και να προσομοιάζει σαν ένα σβησμένο φωτοστέφανο στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τις σκουριασμένες βούλες. Πόσο πόνο αυτές οι γυναίκες και πόσα βάσανα κρυμμένα.

Πλάι σε αυτές τις γυναίκες, στέκουν άντρες, με βλέμμα παγωμένο. Όχι βλοσυρό. Απλά, ανέκφραστο. Σαν αυτά που βλέπεις πλασμένα στο κερί. Δίχως σκέψη να χαράζει το μέτωπο. Δίχως μειδίαμα να επεκτείνει την γραμμή του στόματος. Πάντα με κοστούμι σκούρο. Και πάντα με ένα παλτό στο μπράτσο.

Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα  που μου σχηματίστηκε στο μυαλό πιάνοντας το βιβλίο της Ρέας Βιτάλη στα χέρια μου. Κι ας επέλεξε η ίδια μια άλλη ασπρόμαυρη φιγούρα. Τι σου είναι το μυαλό. Όσο και να το τιθασεύσεις, πάντα αυτό θα κάνει τα δικό του. Θα βρει την έξοδο που το ίδιο θέλει και θα χαθεί στο μονοπάτι που μόνο του διάλεξε.«Η Ρέα είναι παραμυθατζού» μου είχαν πει κάποτε. Και τώρα το κατάλαβα.

Πριν κάποιους μήνες κυκλοφόρησε «Το παλτό μου μαμά» από τις εκδόσεις Διόπτρα. Και για πολλούς είναι απλά η βιογραφία του Βασίλη Ζούλια. Μας γνωρίζει τον Βασίλη, τον μικρό, τον ορφανό, τον χωρίς μπαμπά. Μας τον περιγράφει να μεγαλώνει, να αντιμετωπίζει τους δικούς του δράκους. Και γίνεται ο δικός μας Βασίλης.

Δεν μπορώ να το δω αυτό το βιβλίο ως μια απλή βιογραφία. Κάτι μου λείπει. Ή μάλλον, κάτι παραπάνω υπάρχει στις σελίδες του. Κάθε λέξη, κάθε πρόταση είναι σχηματισμένη με αγάπη. Ξεχειλίζει η αγάπη. Όχι συμπόνια, ούτε λύπηση. Συμπάθεια και αγάπη. Από τον μικρό Βασιλάκη με την πάστα αμυγδάλου, μέχρι τον Βασίλη, όλα καλύπτονται με την γραφή της Ρέας που πλανάται ως χάδι και αφήνει το μελάνι ως φιλί.

Παραμυθατζού η Ρέα. Γιατί δεν άφησε την ψυχρότητα να κυριαρχήσει. Δεν επέρριψε ευθύνες ούτε έσπειρε δικά της σχόλια εδώ κι εκεί. Δεν κατευθύνει τον αναγνώστη, παρά τον αφήνει να βρει τα δικά του μονοπάτια διαβάζοντας. Του επιτρέπει να σχηματίσει τις δικές του θεωρίες. Να πλέξει τα δικά του κουβάρια. Κι ο Βασίλης, με την ζωή του, ως άλλη Αριάδνη, μας δίνει ένα μίτο και μας οδηγεί στο φως της δικής του αλήθειας. Μας οδηγεί, μέσα από λαβύρινθους και μάχες με μινώταυρους.  Αλλά στο τέλος, μας βγάζει στο φως.

Την Ρέα την ξέρω από την γραφή της. Ο λόγος της είναι περίτεχνος, χωρίς προσπάθεια. Ανοιχτό βιβλίο και μια θάλασσα λέξεων. Άλλοτε φουρτανιασμένες οι λέξεις της κι άλλοτε πάλι σε μπουνάτσα. Ανθρώπινες. Κι αυτό το «ανθρώπινο» είναι ο καλύτερος χαρακτηρισμός για το βιβλίο αυτό. Μυρίζει άνθρωπο η ιστορία. Με αδυναμίες και πάθη.

Φρόντισε την ισορροπία της. Θα περίμενε κανείς, να σταθεί ως παντογνώστης στην ιστορία. Να δώσει στοιχεία, ημερομηνίες ακριβείς και να δώσει την ζωή του Ζούλια με τρόπο τόσο ακριβή, σαν σε σενάριο. Η ίδια, όμως, ένιωσε την ιστορία και μας μετέφερε το συναίσθημα. Έγινε η ίδια Βασίλης και εξελίχθηκε με την ιστορία του. Φτάνοντας στο τέλος, είχαμε τον ίδιο να στέκει πλάι μας και την Ρέα παραδίπλα να του κρατά το χέρι.

Ώρες ολόκληρες μπορώ να γράφω. Μα δεν θα το κάνω. Όχι επειδή δεν το αξίζουν η Ρέα, ο Βασίλης και το βιβλίο, μα γιατί ό,τι και να πω, θα είναι φτωχό μπρος σε αυτό το μεγαλείο που προσφέρεται από αυτές τις σελίδες.

Τώρα, αν πρέπει να το διαβάσει κανείς. Ποιος δεν θα ήθελε να νιώσει, να ζήσει, όσα ένας άνθρωπος υπέφερε. Ποιος δεν θα αναζητούσε την ελπίδα για την ζωή; Διαβάζοντάς το νιώθω γεμάτος. Και από τις σελίδες του, έμαθα να αγαπώ έναν άνθρωπο ακόμη.

ΥΓ. Ρέα σε ευχαριστώ για την εμπειρία αυτή που μου χάρισες μέσα από αυτό το βιβλίο. Κύριε Ζούλια, ευχαριστώ κι εσάς, γιατί δεν περίμενα ποτέ ένα «παλτό» να με φέρει αντιμέτωπο με τόσες αναμνήσεις και ιστορίες παιδικές