xIMG_9988_copy.jpg.1600x650_q85_crop_upscale

Όταν σκέφτομαι τα κείμενα μεγάλων λογοτεχνών, όπως του Καραγάτση, με πιάνει ένας φόβος. Ο φόβος της διασκευής. Αυτής της κακής, συνήθως παραποίησης, που καταστρέφει κοσμήματα της εθνικής μας ανθολογίας. Και είναι και φορές, που νιώθω την ανάγκη να υποκλιθώ  στην δύναμη των ανθρώπων που σέβονται τα κείμενα αυτά, τα αγαπούν, τα αναδεικνύουν με την δεινότητα της δικής τους τέχνης και τα φέρνουν κοντά σε πλήθος κόσμου που τα αγαπά κι αυτό, μέσα από εικόνες και σκηνές, σχεδόν ζωγραφισμένες από το χέρι ενός δεξιοτέχνη ζωγράφου.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και η «Μεγάλη Χίμαιρα». Η ιστορία της Μαρίνας που ξεκινά από την Γαλλία, θύμα του έρωτά της για έναν Έλληνα ναυτικό, που τον ακολουθεί στην Σύρο και φτιάχνει εκεί την δική της ζωή. Μια γυναίκα, θύμα της έλξης που ασκούσαν οι άντρες πάνω της, μα αθεράπευτα ερωτευμένη με τον έναν και μοναδικό, τον δικό της Γιάννη. Μια γυναίκα, έρμαιο ενός ερωτικού τριγώνου που θα διχάσει μια οικογένεια, θα οδηγήσει στον θάνατο και θα ξυπνήσει τις Χίμαιρες μιας ζωής, που κανείς άλλος δεν έχει μισήσει όσο ο έρωτας.

Είχα την χαρά να παραβρεθώ με πλήθος εκλεκτής συντροφιάς στην Γενική Πρόβα της παράστασης στην αίθουσα Μ1 του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης. Από τις παραστάσεις-βάλσαμο σε ένα τόσο ατμοσφαιρικό περιβάλλον. Και κάπως έτσι, θα ξεκινήσει το ταξίδι και σε αυτό το κείμενο.

Μπαίνοντας στην αίθουσα, ήταν ξεκάθαρο ότι η παράσταση που θα ξεκινούσε, δεν ήταν κάτι απλό. Λίγο το σκηνικό. Λίγο η οθόνη που κάλυπτε το φόντο. Η οθόνη των υπερτίτλων. Και το μεγάλο σωσίβιο με την χαρακτηριστική ονομασία. «ΧΙΜΑΙΡΑ». Κι η πρώτη προβολή ξεκίνησε με μια κοπέλα να παζαρεύει τον έρωτα και να μας βάζει αμέσως στο κλίμα της ιστορίας.

Η ασπρόμαυρη προβολή δημιουργούσε μια πανέμορφη αντίθεση με το χρώμα του σκηνικού. Κι οι ηθοποιοί, ανέβηκαν στην σκηνή για να επιδοθούν σε ένα μαραθώνιο ερμηνείας, που για 150 περίπου λεπτά μας καθήλωσαν και μας πήραν μαζί τους στην «Σύρα». Αυτή την αντίθεση περίμενα να την αντιμετωπίσω στις εναλλαγές του κινηματογραφικού με το θεατρικού στοιχείου. Μα κάθε άλλο. Ήταν μια συνέχεια, με τόση φυσικότητα, θαρρείς και έβγαιναν από την οθόνη για να συνεχίσουν το έργο τους σε πραγματικό χρόνο.

Το αξιοθαύμαστο της παράστασης είναι η γλώσσα. Άλλη μια εναλλαγή. Από αυτές που σοκάρουν τον θεατή και δικαιολογούν την ύπαρξη των υπερτίτλων. Μεγάλο μέρος της παράστασης ήταν στα γαλλικά. Και οι ηθοποιοί ερμήνευαν τα λόγια τους με τέτοια φυσικότητα και ευφράδεια που νόμιζες ότι μιλούσαν την μητρική τους γλώσσα.

Θα επιστρέψω στον πρόλογο του κειμένου. Όταν πρόκειται να αναμετρηθούμε με κείμενα του βεληνεκούς του Καραγάτση, κινδυνεύουμε. Να χάσουμε τον βαθύ στοχασμό του συγγραφέα. Να αφήσουμε στο σκοτάδι πτυχές και νοήματα, προβληματισμούς, διλλήματα και το γνωστό μοτίβο της εσωτερικής πάλης των ηρώων, που είναι εύκολο να αναγνωριστεί σε ένα κείμενο, μα άκρως επίπονο και πολλές φορές ακατόρθωτο στον θεατρική σωματοποίηση του κειμένου.

Στην «Μεγάλη Χίμαιρα», ο Τάρλοου και μαζί του η Αϊδίνη, ο Μοθωναίος, ο Μουμούρης και όλοι οι υπόλοιποι, μας έδειξαν τον φόβο. Ζωγράφισαν την θλίψη. Ερμήνευσαν τον διχασμό. Ένιωσαν τον έρωτα. Πέθαναν. Έζησαν την απόγνωση και την τρέλα. Κι όλα αυτά σε μια σκηνή. Στο μεταίχμιο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.  Κι όλα αυτά, σαν να είναι οι ίδιοι. Αυτοί που ζούνε την κάθε στιγμή και πονάνε περισσότερο από κάθε ήρωα των λέξεων που άφησαν το στίγμα τους στον χρόνο.

Δεν ξέρω άλλο τι να πω. Είναι πολλά αυτά που θέλω, μα το αποτέλεσμα που θα δώσω θα είναι τόσο φτωχό. Πάντως με σιγουριά, και με κάθε ειλικρίνεια, σας λέω ότι είναι η μόνη παράσταση που δεν μετανιώνω ούτε λεπτό που την είδα. Και πως η δική μου χίμαιρα, πολύ θα ζήλευε αυτήν της Μαρίνας, του Γιάννη και του Μηνά.