2141573

Πολλοί από εσάς θα με πείτε προκατειλημμένο σε σχέση με τις δουλειές στις οποίες εμπλέκεται ο Νανούρης. Ίσως να το δεχτώ. Ίσως, πάλι, όχι. Σίγουρα μου έχουν αρέσει και μου έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τον χώρο και τον χρόνο πάνω στην σκηνή. Μια τέτοια περίπτωση, ήταν κι η παράσταση αφέντης και δούλος.

Η γνωστή νουβέλα του Τολστόι που πραγματεύεται την μεταστροφή ενός αφέντη, προκειμένου να σώσει την ζωή του δούλου του που κινδύνευε από το ψύχος μιας χιονοθύελλας που τους είχε χτυπήσει. Αφήνοντας την δική του ανάγκη για επιβίωση, στρέφεται στον δούλο του, που πραγματικά ακροβατεί μεταξύ ζωής και θανάτου, και αρνούμενος την δική του ζωή, σώζει τον φτωχό μουζίκο, παραδεχόμενος για πρώτη φορά την αγάπη που έκρυβε μέσα του.

Δύο ηθοποιοί και μια νουβέλα. Άνιση μάχη. Καταδικασμένη από πολλούς. Με προκαθορισμένη έκβαση προς την αποτυχία γι άλλους. Μια συνύπαρξη γεμάτη ελπίδα για κάποιους από εμάς. Και μιαν ελπίδα όχι άτοπη. Μα βάσιμη, εφόσον γνωρίζουμε τις δυνατότητες του Λιγνάδη και του Νανούρη. Και το μυαλό που κουβαλάνε, ώστε να μην πέσουν στην παγίδα του λάθους. Της πλήρους δραματοποίησης. Κι έτσι ξεκινά ένα ταξίδι μαγευτικό για τα επόμενα εβδομήντα λεπτά.

Η διασκευή του έργου έγινε με τρόπο τέτοιο, ώστε να συνδέονται δύο βασικές μορφές αφηγηματικής τέχνης. Αρχικά βλέπουμε τους δύο ηθοποιούς να μας αφηγούνται τα γεγονότα, εποπτεύοντας την ιστορία και γνωρίζοντας εξ αρχής την έκβαση. Ξαφνικά, μεταλλάσσονται σε αφηγητές ήρωες, που ζούνε την ιστορία την στιγμή που τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα. Κατά την διάρκεια των εβδομήντα λεπτών, η εναλλαγή αυτή γινόταν σχεδόν κάθε στιγμή, μην αφήνοντας τον θεατή σε ησυχία και προσφέροντας τις κορυφώσεις του έργου, που τόσο μας λείπουν συνήθως από τα κλασσικά κείμενα, που διαχειρίζονται λάθος στις μέρες μας.

Το σκηνικό, μινιμαλιστικό και άχρωμο. Μα ευέλικτο τις στιγμές που έπρεπε να δηλωθεί η θύελλα. Κι ακόμη πιο ωραίο όταν αποσυντέθηκε και τα λευκά κομμάτια πλαστικού που κρεμόταν βρέθηκαν στο πάτωμα και με την ευελιξία τους δημιούργησαν το παγωμένο δάπεδο. Και ο καπνός που έπνιξε και θόλωσε την ατμόσφαιρα. Και το χιόνι, το τεχνητό, που με μιας μας μετέφερε στην Ρωσική επαρχεία.

Ένα έργο γεμάτο. Με ένα σφίξιμο μέσα μας βγήκαμε από την αίθουσα. Με μια σκέψη και με τα διλήμματα του Τολστόι να μας συνοδεύουν για ώρα πολλή μετά. Και όλα αυτά, γιατί οι δύο ηθοποιοί, δεν ευτέλισαν το περιεχόμενο του λόγου του μεγάλου συγγραφέα. Δεν αναλώθηκαν στο να δημιουργήσουν ένα θεατρικό υπερθέαμα και απλά κατέληξαν με το ταλέντο τους σε αυτό. Που επιτέλους, έδειξαν ότι η αφήγηση είναι μορφή θεατρικού λόγου, κι άνετα μπορεί να συνυπάρξει με την υποκριτική τέχνη.

Αυτό το θέατρο θέλουμε να βλέπουμε. Και αυτές οι παραστάσεις να μας συνοδεύουν στα βράδια που πέφτουμε στο κρεβάτι και σκεφτόμαστε αυτά που είδαμε και αντιμετωπίσαμε μέσα στην μέρα που πέρασε.

Καλή θέαση.