Δεν θα μπορούσα να το δώσω πιο ξεκάθαρα. Ο λόγος για το βιβλίο «Φόβος Κανένας» του Γιάννη Φαρσάρη. Ένα μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας που έρχεται να ταράξει τα νερά του σύγχρονου διηγήματος. Δεν έχει να κάνει με τον φόβο. Μόνο με τις χίμαιρες που μας κυνηγούν.

Ο Γιάννης ξεκίνησε ένα πολύ όμορφο πρότζεκτ. Το ονόμασε openbook κι είναι ακριβώς αυτό που δηλώνει. Ένα ανοιχτό βιβλίο, ή καλύτερα μια ανοιχτή βιβλιοθήκη, όπου ο καθείς ελεύθερα και δωρεάν μπορεί να έχει στον υπολογιστή του κάποια ενδιαφέροντα κείμενα. Στα πλαίσια αυτά, δημιούργησε και το συγκεκριμένο βιβλίο.

Μικρό, ελαφρύ κατά την ανάγνωση, μα τόσο βαρύ το νόημά του. Με τις λέξεις του ο Φαρσάρης παγώνει τον χρόνο. Δένει τον αναγνώστη σε ένα κατάρτι ιδεών και τον αφήνει να αγναντέψει το πέλαγος της σκέψης του. Ανασύρει τις πιο τρομερές σκέψεις του ατόμου, τις ντύνει με λέξεις- μιας κι οι λόγοι χάνονται και φοβίζουν περισσότερο-, τις απομυθοποιεί και τις αφήνει να ξορκιστούν με το χαρτί και το μελάνι.

Κείμενα μικρά. Πολύ μικρά για το αχόρταγο μάτι του βιβλιοφάγου. Μα μαγικά εθιστικό. Εκεί που παίρνεις την φόρα, τρως το νύχι από την σκασίλα και περιμένεις να δεις στις επόμενες πέντε, τουλάχιστον, σελίδες την τραγική συνέχεια, κάνεις ένα τσακ κι η ιστορία τελειώνει στην επόμενη παράγραφο. Είκοσι εννιά ολόκληρες φορές επαναλήφθηκε η ίδια διαδικασία. Μετά το βιβλίο τελείωσε.

Το σημαντικότερο κομμάτι του βιβλίου ήταν άλλο. Ο συγγραφέας γινόταν ένα με τον ήρωα του κάθε διηγήματος. Παιδί που βιάζεται να τα πει όλα με μια ανάσα, έφηβος που η τεστοστερόνη του έχει θολώσει το μυαλό, υπερήλικας που βλέπει την ζωή να χάνεται, πτώμα που η σωματική αναισθησία του προσφέρει και την αντίστοιχη πνευματική. Σαν να σου λέει: «Ε εντάξει, πέθανα… και! Κλάιν ρε δικέ μου, σε χαιρετώ από τα σύννεφα.»

Όταν πιάνεις αυτό το αριστούργημα στα χέρια, το μόνο που φοβάσαι είναι να ξαναμιλήσεις στον Γιάννη. Πώς θα μιλήσεις με ένα τόσο πνευματώδη άνθρωπο; Πώς οι δικές σου ταπεινές λέξεις, θα ανταποκριθούν στο μεγαλείο του λόγου του;

Το βιβλίο ήταν όνειρο. Για οκτώ ώρες ο χρόνος σταμάτησε κι οι σελίδες πέρασαν στο αυτόματο. Οι λέξεις κατέκλυσαν το σύμπαν κι εκεί συνειδητοποίησα ότι δεν μου έμεινε Φόβος Κανένας.

(Ευχαριστώ τον Γιάννη Φαρσάρη για το όμορφο ταξίδι που μου χάρισε. Θα τα πούμε στην Κρήτη σύντεκνε)

Αριστείδης Καρεμφύλλης