Μεγαλώνοντας σε ένα χωριό της Χαλκιδικής, δεν είχα την επιλογή των μεγάλων φροντιστηριακών οίκων για να μάθω αγγλικά, ως είθισται στην καθημερινότητα των ελλήνων μαθητών. Αντιθέτως, εκατό μέτρα μακριά από το σπίτι μου ήταν το φροντιστήριο, όπου πηγαίναμε μια ολιγομελής παρέα και ερχόμασταν σε επαφή με την γλώσσα και την Βρετανική κουλτούρα, με την τότε καθηγήτρια, να αφήνει κατά μέρους τα καλογραμμένα και ακριβοπληρωμένα βιβλία, και μερικές φορές, να μας φέρνει αποσπάσματα από Ντίκενς και άλλους μεγάλους λογοτέχνες, ανοίγοντάς μας τους ορίζοντες σε μια άλλη συγγραφική κουλτούρα.

Πριν λίγες μέρες, χρόνια μετά από αυτές τις άγουρες περιπλανήσεις στα μονοπάτια της Βρετανικής λογοτεχνίας, έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο της Ρόζαμουντ Πίλτσερ, «Το άδειο σπίτι». Μην βιαστείτε να αναρωτηθείτε αν η συγγραφική δεινότητα της Πίλτσερ, αγγίζει αυτή του Ντίκενς, γιατί σε καμία των περιπτώσεων δεν μπορούν να συγκριθούν και δεν ήταν κι ο σκοπός του παραλληλισμού μου αυτός.

Η Βιρτζίνια επιστρέφει στην Κορνουάλη για τις καλοκαιρινές της διακοπές, δέκα χρόνια μετά την πρώτη της επίσκεψη στο σπίτι της οικογενειακής της φίλης Άλις. Λίγα μίλια πιο μακριά, στην φάρμα της Πένφολντα, ο μοναχικός αγρότης Γιούστας Φίλιψ, παραμένει το ίδιο όμορφος, όπως τον θυμόταν ο 17χρονος εαυτός της Βιρτζίνια, ο έρωτας της οποίας αναζωπυρώνεται. Πολύ σύντομα, η καθημερινότητα της ηρωίδας μας, αλλάζει και   η ζωή της της επιφυλάσσει την πιο όμορφη έκπληξη.

Η Πίλτσερ είναι συγγραφέας παλιάς κοπής. Καταφέρνει να περιγράψει τους πιο μύχιους πόθους μιας γυναίκας, την ερωτική ταραχή που αυτή νιώθει και τα συναισθηματικά άλματα στα οποία επιδίδεται ο ψυχισμός της, χωρίς ούτε μία  «ροζ» περιγραφή. Κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον και μεταφέρει πιστά το κλίμα, καταφέρνοντας να κρατήσει το βρετανικό τακτ και να ακολουθήσει τους κανόνες ευγενείας που χαρακτηρίζουν τους Βρετανούς.

Παράλληλα, η λεπτομερειακή περιγραφή δρόμων, τοπίων, σπιτιών και ανθρώπων, είναι από τα πιο αξιοζήλευτα στοιχεία της γραφής της. Με τρόπο πολύ άμεσο και προσεγμένο, μας δίνει τα στοιχεία για να γνωρίσουμε τον περιβάλλοντα χώρο στον οποίο έχει τοποθετήσει την ιστορία της. Η αναφορά σε λεπτομέρειες, όπως το μήκος του γρασιδιού, αποτελούν άξιο δείγμα της αγγλικής σχολαστικότητας και της προσεγμένης δουλειάς που κατάφερε να μας προσφέρει η συγγραφέας.

Διαβάζοντας κανείς ένα βιβλίο στα αγγλικά και ένα άλλο στα ελληνικά, μπορεί εύκολα να αντιληφθεί ότι οι λογοτεχνικές τεχνικές είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Με τους μεν Άγγλους, να γράφουν και να διηγούνται με το γάντι, πιστοί σε νόρμες και κανόνες, με τους δε Έλληνες, να μεταπηδούν από φαινόμενο σε φαινόμενο και η γραφή τους να μοιάζει με θάλασσα, άλλοτε κυματισμένη και άλλοτε σε μπουνάτσα, ανάλογα με τις διαθέσεις του γράφοντα.

Σε αυτό το σημείο, έρχεται να παρέμβει η μετάφραση. Η μεταφράστρια, κατάφερε να αποδώσει στα ελληνικά το ύφος της Πίλτσερ, χωρίς να χάσει το βρετανικό φλέγμα και χωρίς να αφεθεί σε αμετροέπειες που θα έφερναν, μεν, το βιβλίο πιο κοντά στα ελληνικά δεδομένα, θα καταργούσαν, όμως, κάθε αυθεντικότητα στο λογοτεχνικό ύφος.

«Το άδειο σπίτι» γι εμένα, εκτός από ένα καλογραμμένο βιβλίο ήταν και ένα εξαιρετικό ταξίδι στην λογοτεχνία. Μου θύμισε γιατί δεν πρέπει να διαβάζουμε με τρόπο στενόμυαλο και γιατί πρέπει να αγκαλιάζουμε κάθε βιβλίο, αυτόνομα και αναλογιζόμενοι το «φόντο» της δημιουργίας του.

Καλή ανάγνωση!