Είναι μερικές φορές που την παράσταση την κουβαλάς μέσα σου για ώρες. Που την σκέφτεσαι την ώρα που πίνεις τον καφέ σου. Που μπαίνεις στην διαδικασία να την σκεφτείς με άλλους συντελεστές, με άλλο σκηνικό , με άλλη μουσική, σε άλλο χρόνο και άλλο τόπο. Και τότε, μετράς ομοιότητες, μετράς τις διαφορές της φαντασίας σου και ανάλογα με το πού γέρνει η ζυγαριά καταλήγεις σε συμπεράσματα και κρίσεις.

Γερμάνια, μ.Χ. (μετά Χίτλερ). Ο Βίλχεμ  Φουρτβένγκλερ κατηγορείται από τους μεταχιτλερικούς ότι μετείχε στο ναζιστικό κίνημα και συνεργαζόταν με τον ίδιο τον Φύρερ, λόγω της εκτίμησης που έχαιρε λόγω της ιδιότητάς του ως μαέστρος στην ορχήστρα του Βερολίνου. Στο κατεχόμενο Βερολίνο, ο Αμερικανός ταγματάρχης Άρνολντ, κατατρεγμένος από τα φαντάσματα του δικού του παρελθόντος, παλεύει με κάθε μέσο να κατηγορήσει τον Φουρτβένγκλερ, παρά τα λιγοστά στοιχεία που έχει εναντίον του και το πλήθος στοιχείων που τον αθωώνουν.

Στην προσωπική συμφωνία οι θεατές έρχονται αντιμέτωποι με ένα τεράστιο δίπολο. Ηθική και προσωπική βούληση έρχονται αντίθετα για να καταλήξουν σε μια μάχη του ζυγού μέχρι να δούμε ποιο από τα δύο φέρει την μεγαλύτερη βαρύτητα. Κατ’ επέκταση, δημιουργείται ένα άλλο δίπολο, τέχνη-πολιτική, και ένα που ξεπερνά τα προηγούμενα δύο, προσωπικότητα- αποδιοπομπαίος τράγος. Πολύ εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς, ότι ουδείς θεατής θα βγει αλάβωτος από αυτές τις αναμετρήσεις, που, πέραν του θεατρικού πάλκου, είναι ζητήματα που αντιμετωπίζει κανείς σε καθημερινή βάση.

Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης επιφορτίστηκε με ένα τεράστιο βάρος. Όφειλε να αποδώσει επί σκηνής τον πόλεμο με τους προσωπικούς δαίμονες του Ταγματάρχη Άρνολντ και να αφεθεί να τον στοιχειώσουν τα φαντάσματά του. Η υπερβολική του προσπάθεια, τον οδήγησε σε στιγμές υπερβολής, που στο δεύτερο μέρος της παράστασης ήρθαν και βρήκαν μια ισορροπία. Ελαφρυντικό σε αυτή την μικρή υπερβολή, ότι σε όλη την παράσταση έπρεπε να παίξει τον ρόλο του σε πολύ υψηλούς τόνους, την στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι κινούνταν σε χαμηλά ντεσιμπέλ.

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης είναι μια προσωπικότητα συμπαθέστατη. Με το ταμπεραμέντο του κατέκλυσε τον χώρο, κάλυψε τις αποστάσεις που τον χώριζαν με την προσωπικότητα του Χέλμουτ Ροντέ και έγινε ο χαρακτήρας που αγαπούμε να μισούμε καταφέρνοντας να πραγματοποιήσει μια δική του προσωπική συμφωνία με το νέο καθεστώς για να γλυτώσει καταλήγοντας να προδώσει τον μαέστρο του.

Ο Νικήτας Τσακίρογλου, είναι ο θρύλος που γράφω στον τίτλο. Μια παρουσία που καταφέρνει να εμπνεύσει τον σεβασμό. Να μιλήσει με τρεμάμενη φωνή, να κινηθεί στα πλαίσια της έντασης, να φτύσει τον Χίτλερ και το μετά Χίτλερ καθεστώς. Να δώσει νόημα σε μια απολογία που εκ προοιμίου είναι μάταιη και το γνωρίζει κι ο ίδιος. Να παραιτηθεί στο γήρας και στην ανθρώπινη βλακεία. Να καταδικάσει το συμφέρον και να αντιμετωπίσει με απαράμιλλο θάρρος την ανθρώπινη αλαζονεία. Κι όλα αυτά, υποδυόμενος ένα ρόλο που δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί κάποιον άλλον να τον υποδύεται, αφήνοντας το στίγμα του και καταφέρνοντας να γεμίσει ολοκληρωτικά με την παρουσία του την αίθουσα.

Για εμένα, ευχάριστη έκπληξη υπήρξε ένας νέος ηθοποιός, ο Παναγιώτης Γουρζουλίδης. Με φωνή καθαρή και κρυστάλλινη έγινε ο Υπολοχαγός που θα σταθεί ενάντια στον ολοκληρωτισμό του Ταγματάρχη και θα υποστηρίξει την αθωότητα του μαέστρου. Μια λιτή προσωπικότητα που με ελάχιστη προσπάθεια αποτυπώνεται στο μυαλό μας και λειτουργεί ως εσωτερική φωνή που ωθεί τα πράγματα προς την ηθική. Ως ρόλος στέκει ως Δαμόκλειος σπάθη στο μεταχιτλερικό, καθεστώς που τείνει να γίνει χειρότερο, και με την δική του αυστηρή παρουσία καταφέρνει να εξισορροπήσει τα όσα του ανατέθηκαν επί σκηνής.

Η «Προσωπική Συμφωνία» είναι μια παράσταση που αξίζει να δει κανείς. Μα πρέπει να είναι κανείς σίγουρος ότι μπορεί να αντέξει την αυστηρή κοινωνική κριτική που ασκεί το έργο αυτό. Να κατανοήσει, ότι δεν είναι μια κωμωδία στην οποία θα γελάσει με φίρμες που φλέρταραν τα προηγούμενα χρόνια στις μαρκίζες, μα θα αντιμετωπίσει αλήθειες που θα τον αντιμετωπίσουν ως πολιτικό ον.

Ένα είναι το μόνο σίγουρο, όμως. Στο τέλος της παράστασης, αυτοί που θα την παρακολουθήσουν θα φύγουν απόλυτα ευχαριστημένοι από αυτό που είδαν. Κι αν είμαστε τυχεροί, ως μέρη της κοινωνίας αυτής, θα καταφέρουν να σκεφτούν και να βελτιώσουν τον τρόπο που οι άνθρωποι «αποδίδουμε δικαιοσύνη».

Καλή θέαση.