Στο ζήτημα του προσφυγικού δεν τίθεται διάσταση φιλικής κουβέντας. Είναι ένα θέμα που πολύ με έχει πονέσει και πολλές φορές βρέθηκα αντιμέτωπος με θεωρίες και μοτίβα που δεν μπορώ να θεωρήσω ανθρώπινες αντιδράσεις. Ακόμη και τώρα, που ολοκληρώνω αυτή την συνέντευξη πονάω για τους ανθρώπους που χάθηκαν και που έχασαν. Και εν μέρει είμαι χαρούμενος  που μοιράζομαι πόνο όμοιο με τον Παναγιώτη Γκούβερη όπως πολύ όμορφα μας λέεις με τις απαντήσεις που μου δίνει παρακάτω.

1)    Ένας   συγγραφέας με μόνο όπλο του την γραφή, γιατί μας λέει ότι μουδιάζουν τα δάχτυλά του όταν γράφει για κόκκινα παιδικά      μπουφάν που επιπλέουν;

Ξέρεις, η γραφή είναι φορές που τη νιώθω σαν άθλημα. Πονάν τα χέρια, ιδρώνει η καρδιά, λαχανιάζεις για μια καλή λέξη, για μια καλή φράση. Όταν γράφεις μια επώδυνη σκηνή τα δάχτυλα το καταλαβαίνουν, παίρνουν τις αποστάσεις τους, μουδιάζουν.

Τι θα θέλατε να μας πείτε με το «Μην κλαις             ρε γοργόνα»;

Ένα κάλεσμα είναι η “γοργόνα” προς μια αναίμακτη επανάσταση, ένα “ως εδώ και μη παρέκει!”. Όταν την ξαναδιαβάζω νιώθω μια δύναμη εκδίκησης και συγχώρεσης, μαζί.

2)    Τι είναι αυτό που κατορθώνει να συγκινήσει            το κοινό σήμερα;     

Δεν ξέρω τι κλονίζει το κοινό. Έχω αγωνία και γω, να δω τον “άγνωστο” θεατή στην πρεμιέρα της “γοργόνας”. Να καταλάβω αν συμπορεύεται.


3)    Σε μια εποχή που εθελοτυφλεί, πώς αποφασίσατε να γράψετε ένα τόσο δεικτικό κείμενο;

Είναι αυτό που είπα πριν, μια ανάγκη για συγχωρητική εκδίκηση. Τούτη η σύγκρουση γεννά τη δεικτικότητα. Έτσι το νιώθω.

4)    Πώς     είναι να θέλετε να ξεχάσετε πράγματα (όπως τα κόκκινα μπουφάν που όλοι θέλουμε    να ξεχάσουμε την κτηνωδία τους) και την ίδια στιγμή να τα εγκλωβίζετε εσαεί με     τις λέξεις;

Μακάρι να μην ξέχναγα ποτέ όλον αυτό τον πόνο. Όμως λίγο η τηλεόραση, το σούπερ μαρκετ, το οκτάωρο… ξεχνάς, ξεχνιέσαι. Ας είναι         η “γοργόνα” ένα σκούντημα στην μνήμη.

5)    Μια ευχή για το μέλλον;

Να βρεθεί ένας χριστιανός να ρίξει μπετόν στο Αιγαίο. Όλο μπετόν. Να μπορούμε να το περπατήσουμε ρε παιδί μου! Φτάνει πια με τα σκισμένα φουσκωτά!

 

Και με αυτή την όμορφη ευχή, την γεμάτη αγάπη για τον άνθρωπο και την φουσκωμένη από το μεγαλείο της ανθρώπινης συμπόνιας κλείνει αυτό το κείμενο. Και με αυτή την τελευταία ευχή, ελπίζω να αλλάξει κάτι, ακόμη κι αν η θάλασσα δεν γίνει μπετόν. Να βουλιάξουν στο μπετόν οι τόσες μας προκαταλήψεις.